ναύλοχος

ναύλοχος
ο якорная стоянка; рейд

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ναύλοχος" в других словарях:

  • ναύλοχος — affording a safe anchorage masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλοχος — η, ο (Α ναύλοχος, ον) (ως επίθ. και ως ουσ.) τόπος όπου σταθμεύουν πλοία, το αραξοβόλι αρχ. 1. (για λιμάνι) αυτός που παρέχει ασφάλεια στα πλοία από τον άνεμο 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ναύλοχα τόπος απάνεμος όπου αράζουν πλοία, αραξοβόλι.… …   Dictionary of Greek

  • ναυλοχώτατον — ναύλοχος affording a safe anchorage masc acc superl sg ναύλοχος affording a safe anchorage neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλοχον — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/fem acc sg ναύλοχος affording a safe anchorage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλοχωτάτοις — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλοχωτάτους — ναύλοχος affording a safe anchorage masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλόχοις — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλόχου — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλόχους — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυλόχων — ναύλοχος affording a safe anchorage masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλοχα — ναύλοχος affording a safe anchorage neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»